Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ιστορίες από τον ΟΑΕΔ: «Γράψε Ακης, γιατί η μάνα μου δεν ξέρει»



«Μη γράψεις όνομα, η μάνα μου δεν το ξέρει. Ακης γράψε, σκέτο. Ούτε Ακη με λένε, δηλαδή, αλλά κάτι πρέπει να γράψεις, έτσι δεν είναι;» Είναι απ’ αυτά τα ρεπορτάζ που δεν θέλεις να ρωτήσεις. Καλύτερα να πει ό,τι αντέχει ο καθένας. «Που λες, τρίτη φορά που έρχομαι». Ο νεαρός μιλάει νευρικά, κι έχει τα μάτια σταθερά στο πεζοδρόμιο. «Αλλά θα έρθω και τέταρτη, και πέμπτη, και όσες χρειαστεί ακόμα». 

Τέσσερις ώρες στην ουρά, «για μια υπογραφή». Η τράπεζα για να σου βάλει τα λεφτά στον λογαριασμό σου, απαιτεί να δώσει εντολή ο υπάλληλος του ΟΑΕΔ μέσω του συστήματος. Και ο υπάλληλος δεν δίνει εντολή αν δεν καθίσεις στην ουρά, αν δεν φτάσεις στον γκισέ, αν δεν σε δει μπροστά του πως ήρθες κι αυτό τον μήνα. Τα αυτοκίνητα περνούν απ’ τη Χρυσοστόμου Σμύρνης, οι οδηγοί φρενάρουν. Σαν δημόσιο θέαμα, η ουρά κάνει τα κεφάλια να γυρίζουν. «Μπορεί και να το κάνουν για να σε εξευτελίσουν», λέει ο Ακης. «Να σε φέρνουν εδώ επίτηδες δηλαδή, μήπως και δεν ξανάρθεις».
Αλλά όλοι ξαναέρχονται. «Μερικούς τους έχω γνωρίσει», λέει ο νεαρός. «Να, αυτός εκεί, ωραίος τύπος. Ψυκτικός είναι. Την άνοιξη τον πρωτοείδα. Μου έλεγε "θα ’ρθει το καλοκαίρι με τα κλιματιστικά, και θα βρω δουλειά”. Είναι Ολυμπιακός, και έλεγε "από Ιούνιο, αγόρι μου, άντε γεια!”». Ο νεαρός που μου δείχνει στέκεται δέκα μέτρα πιο μπροστά και τρέμει μες στο μπουφάν του. Είναι χειμώνας πια, κι έχει πολύ κρύο. Απ’ τον ενθουσιασμό που μου περιγράφει ο Ακης, δεν μοιάζει να του έχει απομείνει τίποτα.
Περνάω την τζαμένια πόρτα του κτιρίου, και οι άνθρωποι της ουράς με κοιτούν παράξενα, μήπως τους παίρνω τη σειρά. Η ουρά συνεχίζεται και μέσα, κουλουριάζεται σαν φίδι, να χωρέσει όσο γίνεται πιο πολλούς ανθρώπους. Γραφεία από μελαμίνη και καλώδια. Δημόσια υπηρεσία. «Είναι καλύτερα απ’ τον ΟΑΕΔ της Καισαριανής», μου λέει η Μαρία. «Εκεί ήταν τα γραφεία στον πρώτο. Στο κλιμακοστάσιο, σε κάθε σκαλάκι στεκόταν κι ένας άνθρωπος. Η ουρά ανέβαινε τους ορόφους».
Τώρα η ουρά στριφογυρνά μες στα γραφεία. Κάπου στη μέση της, μια γυναίκα με δύο παιδιά. Κάθεται σε κάτι σαν καρεκλάκι, με το μωρό της αγκαλιά. Το μικρό τής τραβάει το γιακά. «Πάμε σπίτι, μαμά;». Το μεγάλο παίζει με το κασκόλ του μπροστινού κυρίου. Κάνει πως είναι φίδι, το αρπάζει και το πνίγει θεατρικά. Είναι αστείο, όλοι το βλέπουν αλλά κανείς δεν γελάει. Ο άνδρας μπροστά καταλαβαίνει πως κάποιος του πειράζει το κασκόλ, και το τραβάει ενοχλημένος.
Στο τέρμα της ουράς, άνεργοι κι εργαζόμενοι απέναντι. Τους χωρίζει μόνο η οθόνη ενός υπολογιστή. Ο Ζώης στο γκισέ. Μια υπογραφή, 461,5 ευρώ στην τσέπη. Ο Ζώης περνάει δίπλα μου βγαίνοντας. «Ολα καλά;» τον ρωτάω, αλλά δεν μ’ ακούει. Καθώς βγαίνω απ’ την τζαμένια πόρτα, σκέφτομαι πως ίσως και ν’ άκουσε. «Ολα καλά;» Τι μπορούσε να απαντήσει;

Πηγή alfavita.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: