Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση η νέα κυβέρνηση



Ανάλυση του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Η δεύτερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση συνεργασίας, συγκεντρώνοντας 255 ψήφους, υπερέβη σημαντικά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της πρώτης, υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη, η οποία το 1989 είχε λάβει 174 ψήφους.1 Ο αριθμός είναι πράγματι μεγάλος, αν σκεφτεί κανείς ότι -εξαιρώντας την οικουμενική κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα2- η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική αυτοδυναμία που υπήρξε στη Μεταπολίτευση, εκείνη της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης της Ν.Δ. το 1974, υπό τον Κ. Καραμανλή, μεταφράσθηκε σε 219 έδρες.
Ωστόσο, η βαρύτητα της νέας αριθμητικής πλειοψηφίας είναι μάλλον μικρότερη από ό,τι εμφανίζεται. Καταρχήν, δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής, ότι τα τρία κόμματα της σημερινής συγκυβέρνησης είχαν λάβει στις τελευταίες εκλογές του 2009, αθροιστικά, περισσότερες έδρες (266). Κυρίως, όμως, διότι ο υφιστάμενος κοινοβουλευτικός συσχετισμός εμφανώς δεν εναρμονίζεται πλέον με τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος.
Σε γενικές γραμμές, η τοποθέτηση του κ. Παπαδήμου στη θέση του πρωθυπουργού της χώρας έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τα ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. H ευφορία, εντούτοις, που καλλιεργήθηκε δεν φαίνεται να δικαιολογείται από τα πραγματικά δεδομένα. Στους δείκτες του πίνακα 1 αποτυπώνεται συνοπτικά, το πολιτικό κλίμα, που δημιουργήθηκε εξ αιτίας της πρόσφατης κυβερνητικής αλλαγής. Το γεγονός ότι 7 στους 10 πολίτες επικρότησαν την απόφαση των δύο πολιτικών αρχηγών να συνεργασθούν (πίνακας 1) δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε κάτι βαθύτερο. Μπορεί να σηματοδοτεί, απλώς, την ανακούφιση του εκλογικού σώματος από τον τερματισμό της καταστροφικής διετούς διακυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου ή και την αποφυγή της εντελώς απαξιωμένης «εναλλακτικής λύσης Πετσάλνικου» (πίνακας 1).
Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι η μεταβολή του πολιτικού κλίματος, που συντελέσθηκε με την αλλαγή της 11/11/2011, δεν μετατράπηκε σε ουσιαστική κοινωνική μεταστροφή, αντίστοιχη με αυτήν που σημειώνεται, μετά από εκλογική αναμέτρηση ή έστω μετά από (εσωκομματική) εκλογική διαδικασία αλλαγής πολιτικού αρχηγού. Η αποδοχή της νέας κυβέρνησης του κ. Παπαδήμου παραμένει περιορισμένη και το σημείο αφετηρίας της δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς.
Η δημοτικότητα του κ. Παπαδήμου, που μετρήθηκε στην -χρονικά- καλύτερη στιγμή για τη δυναμική της υποψηφιότητάς του3, καταγράφει πλειοψηφικό ποσοστό θετικών κρίσεων 55%, έναντι 18% αρνητικών. Η εμβέλειά της είναι αυξημένη και σχετικά οριζόντια πολιτικά μόνο μεταξύ των τριών κομμάτων της νέας συγκυβέρνησης, κυμαίνεται δε από 56% έως 69% (69% μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, 61% στο ΛΑΟΣ και 56% μεταξύ των ψηφοφόρων της Ν.Δ.). Αντιθέτως, παραμένει σχετικά περιορισμένη μεταξύ των κομμάτων της αριστεράς (38% στο ΚΚΕ και 41% στον ΣΥΡΙΖΑ). Γεγονός που αποδεικνύει ότι η παραταξιακή διαίρεση είναι, ως προς το πρόσωπό του, εξ αρχής ενεργός.
Τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα, σχετικά με τη μετεκλογική δημοτικότητα των πρωθυπουργών της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου, παρατίθενται στον πίνακα 2. Στο κοινοβουλευτικό σύστημα, το μετεκλογικό φαινόμενο της βραχυπρόθεσμης συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές ιστορικά. Αυτή η ευεργετική επίδραση που ασκούν οι εκλογές είναι γνωστή ως «περίοδος χάριτος». Κρίσιμη παράμετρο του ζητήματος αποτελεί βέβαια και η χρονική διάρκεια αυτής της συσπείρωσης.
Στην περίπτωση του κ. Παπαδήμου, αντιθέτως, δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχης έκτασης μεταβολή, δεν εμφανίσθηκε, δηλαδή, η κοινωνική νομιμοποίηση που εξασφαλίζει η «βάπτιση» (ή αναβάπτιση) στην κολυμβήθρα των εκλογών. Το «ατομικό πολιτικό κεφάλαιο» που εξασφάλισε σήμερα ο κ. Παπαδήμος (55%, πίνακας 1), με τη συμφωνία κορυφής των κομμάτων, εμφανίζει τη μικρότερη δυναμική μεταξύ των τεσσάρων πρωθυπουργών, καταγράφοντας βελτίωση μόλις 7%, σε σύγκριση με την προηγούμενη δημοτικότητά του (48% θετικές κρίσεις σε μέτρηση της Public Issue τον Απρίλιο του 2010). Κυρίως, όμως, το ποσοστό δημοτικότητας που καταγράφει είναι μειωμένο κατά περίπου 30%-35% από το αντίστοιχο των προκατόχων του (πίνακας 2).
Από την άλλη πλευρά, συγκλίνοντα συμπεράσματα προκύπτουν και από τη μέτρηση της πρόθεσης ψήφου. Η κοινωνική υποστήριξη προς τα κόμματα που συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ) κινείται σήμερα σε αντίστοιχα επίπεδα. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές (4/10/2009), τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης, έλαβαν αθροιστικά 83% της ψήφου. Η σημερινή (αθροιστική) εκλογική τους απήχηση, με βάση την εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue για τον Νοέμβριο, υπολογίζεται σε 56,5%. Αντιπροσωπεύει, επομένως, μόλις το 68% της εκλογικής επιρροής του 2009 και είναι μειωμένη κατά το 1/3 (32%).
Το ποσοστό 35%, που προκύπτει ως ποσοστό αποδοχής της νέας κυβέρνησης στην αφετηρία του βίου της (πίνακας 1), δείχνει, σε τελική ανάλυση, να συμπίπτει επακριβώς με την υφιστάμενη πραγματική κοινωνική επιρροή των κομμάτων που την στηρίζουν. Πράγματι, η εκτιμώμενη κοινωνική επιρροή τους, που προσεγγίζεται εμπειρικά από τη λεγόμενη αδιευκρίνιστη ψήφο, συνυπολογίζοντας δηλαδή και την αποχή, βρίσκεται και αυτή κάτω από το 35%.
Η προσπάθεια μετατόπισης της πηγής κοινωνικής νομιμοποίησης, από το εκλογικό σώμα στο κοινοβούλιο αποτελεί θεσμική τομή, η οποία αμφισβητεί ευθέως τον ιστορικό συνταγματικό συσχετισμό που διαμορφώθηκε μετά το 1974. Η εξασφάλιση διευρυμένης κοινοβουλευτικής υποστήριξης της νέας κυβέρνησης μεταφέρει αυτονομημένα το κέντρο βάρους της εκπροσώπησης στη Βουλή. Στοχεύει στην ουσία -αποτρέποντας την προσφυγή στις κάλπες (ή στο δημοψήφισμα)- να αντισταθμίσει ή να υποκαταστήσει το υφιστάμενο έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης της διακυβέρνησης που έχει δημιουργηθεί λόγω της απαξίωσης των παλαιών κομμάτων. Ωστόσο, κάτι παρόμοιο δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται. Το πρόσωπο του νέου πρωθυπουργού μπορεί, ενδεχομένως, να επιτύχει σε ένα βάθος χρόνου τη συσπείρωση των «από πάνω», δηλαδή των πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, δεν είναι όμως αυτονόητο το εάν και πως θα εξασφαλισθεί η συναίνεση των «από κάτω», χωρίς μάλιστα τους κλασικούς «διαύλους» της εκλογικής διαδικασίας. Όσο αμέριστη και αν είναι η στήριξη των Μέσων Ενημέρωσης, δεν είναι σε θέση να υποκαταστήσει τη νομιμοποιητική αξία της εκλογικής διαδικασίας· ούτε και να εξασφαλίσει ένα αποτέλεσμα, «ιδεολογικά ισοδύναμο», αντί για την ανάληψη λαϊκής εντολής, που επιτυγχάνεται ύστερα από την εκλογική νίκη ενός κόμματος.

1. Η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ. - (ενιαίου) Συνασπισμού, συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 1989 και έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από 174 βουλευτές (145 της Ν.Δ., 27 από τους 28 βουλευτές του Συνασπισμού, έναν της ΔΗΑΝΑ και έναν μειονοτικό).
2. Η οικουμενική κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα (11/1989), που διαδέχθηκε την κυβέρνηση Τζαννετάκη, εξασφάλισε 297 ψήφους.
3. Η έρευνα τελείωσε το μεσημέρι της Πέμπτης 10/11, επομένως έχει περιλάβει μόνον την επίδραση από την ανακοίνωση της συμφωνίας των τριών κομμάτων για το πρόσωπο του πρωθυπουργού και όχι την επίδραση από την ανακοίνωση των προσώπων της νέας κυβέρνησης, που δόθηκε στη δημοσιότητα το πρωί της Παρασκευής 11/11 και η οποία αντιστάθμισε, έως ένα βαθμό, μάλλον αρνητικά τις πρώτες θετικές εντυπώσεις για τον πρόεδρό της.


ΠΗΓΗ: (α) Τάσεις MRB και VPRC, (β) Public Issue μέσω ΑΥΓΗ της Κυριακής

Δεν υπάρχουν σχόλια: