Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Ο λαός θέλει ενότητα, η Αριστερά... τα μασάει

thumb

Με την επιστροφή Πα­πανδρέου από τις Κάννες, οπότε άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα κινεί­ται σε μια «σωτήρια» για το ίδιο και τους δανειστές λύση, αυτή της σύ­μπραξης σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» ή όπως αλλιώς ονομάστη­κε, και χωρίς εκλογές, αναδύθηκε αυτόματα από την πλευρά της κοινω­νίας ένα ερώτημα:

Αν το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας συνασπίζεται ώστε ενωμένο να επι­βάλει την καταστροφική πολιτική της νέας δανειακής, η Αριστερά τι κάνει; Τι θα κάνει για να αποτρέψει μια τέ­τοια εξέλιξη που δεσμεύει τη χώρα για δεκαετίες, οδηγεί την κοινωνία στην καταστροφή και όλα αυτά φυ­σικά χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση, αντιθέτως στη βάση της καταπάτησης οποιασδήποτε συντε­ταγμένης διαδικασίας έννομου κρά­τους;
Με άλλα λόγια, το ζήτημα της συ­νεργασίας των δυνάμεων της Αριστε­ράς - επί της ουσίας, των δύο βασι­κών πόλων της - σε πολιτικό και κι­νηματικό επίπεδο έχει τεθεί «από τα κάτω», ανεξάρτητα από το αν έχει διαμορφωθεί ή όχι ένα καθαρό πρόταγμα επί του οποίου «ζητείται» η συνεργασία.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ως βάση υπάρχει το αίτημα για απαλλαγή από την πολιτική που υλοποιείται, από το πολιτικό προσωπικό που τη διεκπεραιώνει και τη στηρίζει (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΛΑΟΣ, ΔΗΣΥ κ.λπ.), καθώς και από τις δυνάμεις που την επιβάλλουν (Ε.Ε.,  ΕΚΤ, ΔΝΤ, Γερμανία κ.λπ.).
Είναι φανερό ότι ιδεολογικές συγκλίσεις ή πολιτική ενότητα δεν μπορούν να υπάρξουν. Από την άλ­λη, είναι αβίαστη και εύλογη η απο­ρία πώς θα προχωρήσει η κατάσταση για την κοινωνία με τις μνημονιακές δυνάμεις ενωμένες σε «μαύρο μέτωπο», όπως τις χαρακτήρισε το ΚΚΕ, και στον αντίποδα τις δυνάμεις της Αριστεράς εγκλωβισμένες στην προ μνημονίου αντιπολιτευτική λογική.
Προ ημερών, ο Μανώλης Γλέζος, ο οποίος ανεξάρτητα από την πολιτική του δραστηριοποίηση εντός του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κι ένα σύμβολο που υπερβαίνει τα όρια αυτού του σχή­ματος, σημείωνε σε συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Αυγή»:
«Ενώνονται οι πολιτικές δυνάμεις των μονοπωλίων, του κεφαλαίου και της τρόικας και δεν θα συνεργαστούν οι δυνάμεις της Αριστεράς; Πρωτόφαντο, όταν μάλιστα ο στόχος δεν εί­ναι η ενότητα, αλλά η συνεργασία». Συνεργασία σε συνθήκες οι οποίες χαρακτηρίζονται από «κοσμογονικές αλλαγές» κατά τη δική του υπογράμ­μιση.
Τα ερωτήματα λοιπόν που ανα­κύπτουν έχουν να κάνουν με το αν υπάρχει αυτή τη στιγμή περιθώριο πολιτικής σύμπραξης της Αριστεράς ή, εν πάση περιπτώσει, μιας κοινής μετωπικής δράσης απέναντι στο μέ­τωπο συγκυβέρνησης - τρόι­κας, καθώς και με ποιο πλαίσιο θα είχε αξία να γίνει αυτό, αν Ι εισακούγονταν οι επιθυμίες χιλιάδων ψηφοφόρων της Αρι­στεράς (κομμουνι­στικής,    αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής, ανανεω­τικής) και όσων την παρακολουθούν. Γιατί πλέον τείνουν τα ώτα τους προς την Αριστερά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που εγκαταλείπουν απογοη­τευμένοι τον δικομματισμό και απελ­πισμένοι από τις συνέπειες της πολι­τικής του.
Από την άλλη, βέβαια, το θέμα εί­ναι πώς η ίδια η ηγεσία της Αριστεράς αντιλαμβάνεται σήμερα το ζήτημα της συνεργασίας και με ποια λογική το επιδιώκει ή το απορρίπτει. Επ’ αυ­τού υπάρχει μια διαμορφωμένη θέση και από την πλευρά του ΚΚΕ και από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ (αν κι εδώ αναπτύσσονται και απόψεις πέραν της επίσημης).
Επίσης, ανεξάρτητα από τα όρια των κομματικών σχηματισμών, έχει αναπτυχθεί η δυναμική δύο τάσεων: Η μία εννοεί τη συνεργασία στη βάση της αντιμνημονιακής ρητορι­κής προσπερνώντας ή χαμηλώνοντας το ζήτημα του ευρώ και συνακόλου­θα της Ε.Ε., το οποίο πάντως εκ των πραγμάτων έχει τεθεί και φαίνεται να απασχολεί σεβαστό κομμάτι της κοινωνίας.
◆ Η άλλη αντιλαμβάνεται τη συνερ­γασία ακριβώς στη βάση της άμεσης απάντησης στο χρέος διά της στάσης πληρωμών σε συνδυασμό με την άμε­ση έξοδο από την ευρωζώνη ως ένα βασικό βήμα διεξόδου, με άλλους να βάζουν επιτακτικά το ζήτημα της ρή­ξης και με την Ε.Ε. και με άλλους να το αφήνουν ανοιχτό.
Παράλληλα έχουμε δει όλο το προ­ηγούμενο διάστημα οι παραπάνω τά­σεις να τίθενται υπό τη σκέπη καλε­σμάτων για μέτωπα «εθνικά», «πα­τριωτικά», «λαϊκά» κ.λπ. (από τον ΣΥΡΙΖΑ ώς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Αλέκο Αλαβάνο κ.ά.), ενώ τον τελευ­ταίο χρόνο έχουν ενισχυθεί οι φω­νές για ένα «νέο ΕΑΜ» με μοναδική εξαίρεση τον χώρο που στην κατο­χή πρωτοστάτησε για τη δημιουργία του, το ΚΚΕ, το οποίο σήμερα θέτει πάνω από τον «εθνικοαπελευθερωτικό» αγώνα (αν κι εφόσον σήμερα μιλάμε για μια ιδιότυπη οικονομική και πολιτική κατοχή) το ζήτημα της ταξι­κής πάλης.
Όχι, δεν θα πάρουμε
Το ΚΚΕ έχει με σαφήνεια αποκλεί­σει κάθε προοπτική συνεργασίας εδώ και χρόνια και συνεχίζει επίμονα να διαχωρίζει τη θέση του από τη συ­γκεκριμένη συζήτηση, περιγράφο­ντας κάθε φορά – άλλοτε πειστικά, άλλοτε λιγότερο – τους ιδεολογικο­πολιτικους λόγους της άρνησής του. Επανειλημμένα έχει τοποθετηθεί για το πλαίσιο των συμμαχιών που διεκ­δικεί και αυτές βρίσκονται στο κοι­νωνικό πεδίο και όχι στο πολιτικό σύ­στημα και τις πολιτικές του δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστική η απεύθυνση της ηγεσίας του κόμματος σε τακτικά διαστήματα στα τμήματα που αποκολλώνται από τον δικομματισμό με τη φράση «απευθυνόμαστε ακόμα και σε εκείνους που δεν συμφωνούν σε όλα μαζί μας».
Η στρατηγική στόχευση του Περισ­σού για την «ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων» και την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης με στόχο τη «λαϊκή εξουσία και οικονομία» πα­ραμένει – χωρίς ταλαντεύσεις τα δύο τελευταία χρόνια που η χώρα μπήκε σε περίοδο ριζικών ανατροπών – η βασική επιδίωξη του κόμματος και τίθεται ως διαχωριστική γραμμή από το υπόλοιπο κομματικό σύστημα.
Τα παραπάνω συμπυκνώνουν οι εκ­κλήσεις για «συμπόρευση με ισχυρό ΚΚΕ» για ένα «λαϊκό μέτωπο για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπω­λίων». Σε μια πρόσφατη αναφορά του, στη Διακήρυξη της Κ.Ε. του κόμ­ματος για τη νέα κυβέρνηση, το ΚΚΕ σημειώνει: «Αν θέλει ένα μεγάλο μέ­ρος του λαού να πάψει να αισθάνε­ται ταπεινωμένο από τοποθετήσεις της Ε.Ε. και ηγετών της, πρέπει να παλέψει να απαλλαγεί η χώρα μας από την εξουσία των μονοπωλίων, να αποδεσμευτεί από την Ε.Ε. αλλά και από κάθε είδους ιμπεριαλιστικές δε­σμεύσεις, διαφορετικά δεν θα αλλά­ξει η κατάσταση προς όφελός του».
Σε αυτό το πλαίσιο το ΚΚΕ χαρα­κτηρίζει «αποπροσανατολισμό», «παγίδα» και «αυταπάτη» το αντιμνημονιακό, το πατριωτικό μέτωπο και τις συμμαχίες, τις αντιμνημονιακές κυβερνήσεις που προτείνει ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένες άλλες πολιτικές δυνάμεις. Αντιθέτως τις χαρα­κτηρίζει «αφερέγγυες» γιατί «αυτές οι συμμαχίες και κυβερνήσεις δεν συγκρούονται με τα μονοπώλια, την ιδιοκτησία και την εξουσία τους».
Πάντως αξίζει να παρατηρηθεί ότι στο κοινωνικό πεδίο, όπου είναι ασφυκτικές οι πιέσεις στα εργατι­κά, λαϊκά και μεσαία στρώματα από την ασκούμενη πολιτική της συγκυβέρνησης, πλέον, υπό τη σκέπη της τρόικας, οι τόνοι χαμηλώνουν, ειδικά μπροστά σε αγώνες όπως είναι π.χ. το χαράτσι της ΔΕΗ, πιο πριν τα διό­δια ή οι συγχωνεύσεις των σχολείων.
«Ναι μεν, αλλά...»
Ο έτερος βασικός πυλώνας της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με το ΚΚΕ, έχει ως πάγιο συστατικό της ρητορικής του το ζήτημα της «ενό­τητας» της Αριστεράς, το οποίο σε συνθήκες μνημονίου έχει, θα λέγα­με, «αναβαθμιστεί» και έχει αποκρυ­σταλλωθεί στην εκφώνηση για την ανάγκη της διαμόρφωσης ενός «νέ­ου συνασπισμού εξουσίας με πυρή­να την Αριστερά» και… εμβέλεια από τα αριστερά της Αριστεράς ώς τα αρι­στερά του ΠΑΣΟΚ. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κατονομάσει τους χώρους στους οποίους απευθύνεται και συγκεκρι­μένα το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τη Δημο­κρατική Αριστερά, τους Οικολόγους Πράσινους, το Άρμα Πολιτών, τις δυ­νάμεις που έχουν αποδεσμευτεί από το ΠΑΣΟΚ διαφοροποιούμενες από την πολιτική του. Σε κοινωνικό επί­πεδο ο Τσίπρας απευθύνεται πλέον στο σύνολο των κοινωνικών δυνάμε­ων καλώντας σε «αντιμνημονιακό» «αντινεοφιλελεύθερο» μέτωπο μέσα από το οποίο θα προκύψει ο νέος συ­νασπισμός εξουσίας.
Αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κάποιος, πάντως, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως και πλειοψηφικά καλεί σε συνεργασία (όχι μόνο δράσης αλλά κι εκλογική) προτάσσοντας, όπως είπαμε, το αντιμνημονιακό - αντι­νεοφιλελεύθερο στοιχείο, χαμηλώ­νοντας το ζήτημα του ευρώ και της Ε.Ε., το οποίο θέτουν τόσο δυνάμεις στο εσωτερικό του (Λαφαζάνης, ΚΟΕ κ.ά.) όσο και δυνάμεις στις οποίες απευθύνεται (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που το θέτουν βέβαια με διαφορετικό τρό­πο). Κι αυτό επειδή θεωρεί ότι η συ­ζήτηση αυτή πολώνει τον χώρο του, σφυρηλατημένο σε μεγάλο βαθμό με την ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, ιδέα που κατά την αντίληψή του βάζει σε αμφισβήτηση η ρητορική περί εξόδου από το ευρώ, αλλά και γιατί μπορεί να υπονομεύσει τη δυνατότη­τα συνεργασιών και απεύθυνσης στα «δεξιά» του (ΔΗΜΑΡ, πασοκογενείς κ.λπ.), όπου εκ των πραγμάτων κινεί­ται το πλειοψηφικό τμήμα της κοινω­νίας.
Αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στο «μίνιμουμ» προγραμματικό πλαίσιο το οποίο διατυπώνει ο ΣΥΡΙΖΑ ως πρόταση διακυβέρνησης, εφόσον έχει γίνει πράξη ο προαναφερθείς συνασπισμός εξουσίας: εξοικονόμη­ση πόρων για την ανάπτυξη με γνώ­μονα τις κοινωνικές ανάγκες, ριζική αναδιανομή πλούτου, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, χωρίς μνημόνια, μεσοπρόθεσμα και αντικοινωνικούς όρους, αξιοποιώ­ντας όλα τα όπλα αποφασιστικής και σκληρής διαπραγμάτευσης (λογιστι­κό έλεγχο, αμφισβήτηση, αθέτηση πληρωμών κ.ά.), αναζήτηση εναλλα­κτικών πηγών δανεισμού, εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση του τραπεζι­κού τομέα προς όφελος της κοινωνί­ας, και άμεση επαναφορά στην ιδι­οκτησία του Δημοσίου, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, των δημόσιων επιχειρήσεων.
Από την άλλη η απεύθυνση στο ΚΚΕ μοιάζει να γίνεται συνήθως με όρους αμυντικοεπιθετικούς και ενδεχομέ­νως με μια αγωνία ανάδειξης των δια­φορών των δύο χώρων που συνοπτικά αποτυπώνονται στο δίπολο «δογματι­σμός» - «προοδευτισμός».

Πόσο ακόμα χώρια...
Την ίδια ώρα κάποιες εκ των διαφιλονικούμενων συμμαχιών στα δεξιά του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να «ναυαγούν», καθώς από τη μία οι Οικολόγοι Πράσινοι χαι­ρέτισαν τη συγκυβέρνηση υπό τον Παπαδήμο, η δε Δημοκρα­τική Αριστερά κλυδωνίστηκε σοβαρά, και ως χώρος «έπαιξε» στα σενάρια συγκυβέρνησης. Επί της ουσίας δε η τελευταία, και παρά τις εκκλήσεις του Τσίπρα να αποφασίσει με ποι­ους θα πάει, δεν τοποθετεί τον εαυτό της στον αντιμνημονιακό άξονα, παρόλο που ενδεχο­μένως στο ακροατήριό της να υπάρχει και τέτοιο κοινό. Αντι­θέτως έχει προτάξει τη στόχευση της ανασυγκρότησης του σοσιαλιστικού - δημοκρατικού χώρου.
Πιθανότατα, οι βασικοί πολι­τικοί χώροι της Αριστεράς – οι οποίοι σε τελική ανάλυση θέ­τουν το πρόγραμμά τους υπό την κρίση των πολιτών και γι’ αυτό ζητούν τη διενέργεια εκλογών – αφήνουν κενά τα οποία τον τελευταίο χρόνο κα­λύπτουν κινήσεις όπως ο Μίκης Θεοδωράκης με τη «Σπίθα» (και πλέον ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α.), το ΕΠΑΜ και άλλες πρωτοβουλίες, πα­ραπέμποντας σε διεργασίες που προδίδουν μια αναδιάταξη των υπαρκτών δυνάμεων εντός της Αριστεράς με διαχωριστική γραμμή τον άξονα του χρέους και της ευρωζώνης καθώς και της εθνικής ανεξαρτησίας. Πάντως η κοινωνική πίεση αυ­ξάνεται κατακόρυφα και πι­θανότατα οι διαχωριστικές γραμμές θα ξεθωριάζουν όσο η τρέχουσα πολιτική θα σαρώνει ανθρώπους και δημόσια περι­ουσία…
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ ΣΤΙΣ 24-11-11

Δεν υπάρχουν σχόλια: